ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ:
ΜΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ… «Οπτικοακουστική»!
«Μια καριέρα την κάνεις με ταλέντο και καρδιά,
αλλά αν αυτά δεν φιλτραριστούν από το μυαλό δεν κάνεις τίποτε. Πρέπει να ξέρεις
πότε θα κρατηθείς, πόσο και γιατί θα κρατηθείς, όπως και γιατί θα ξοδευτείς!»
Φωτογραφίες:
Τάσος Βρεττός, Μανώλης Χιώτης,
Γιώργος Καλφαμανώλης, Γιώργος Καβαλλιεράκης ©
Η
Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Κωνσταντινουπολίτες που
ξανάστησαν τη ζωή τους στην πρωτεύουσα των προσφύγων, διατηρώντας τις μνήμες
και τις αξίες της Ελληνικής αστικής παράδοσης στην Πόλη την κοσμοπολίτισσα. Τέταρτο
και τελευταίο παιδί μιας μεγάλης φαμίλιας που ακόμη έως σήμερα συγκεντρώνει τα
μέλη της στο μεσημεριανό τραπέζι και φιλεύει τους φίλους πληθωρικά και
ανοιχτόκαρδα.
Από τότε που θυμάται τον εαυτό της έστηνε παραστάσεις στο δωμάτιό
της, στη γειτονιά, στα παιδικά θέατρα και στις παιδικές εκπομπές του
ραδιοφωνικού σταθμού, επιβάλλοντας την εκφραστικότητα και το ταλέντο της, στις
όποιες επιφυλάξεις των γονιών της. Ήθελε μεγάλο θάρρος κι' εμπιστοσύνη το
να ξεκινήσει στα 17 της χρόνια, ακολουθώντας ως ηθοποιός τον θίασο Κώστα Βουτσά
- Μάρθας Καραγιάννη στις περιπέτειες του ανά την Ελλάδα. Κι' όπως γίνεται στα
παραμύθια, τη βραδιά που αντικατέστησε την άρρωστη τραγουδίστρια της ομάδας, το
ελληνικό τραγούδι «έκλεψε» από το θέατρο μια νέα πρωταγωνίστρια του πάλκου και
της μουσικής σκηνής. Αυτή είναι η αφετηρία της
λαμπερής καριέρας της που συνεχίζει με αμείωτο πάθος τις αναζητήσεις της στη
ζωή και την τέχνη!
Ήταν το 1957, όταν η νεαρή κοπέλα που τραγουδούσε με
συγκίνηση τις επιτυχίες της Βέμπο, της Μπελίντας και της Μαρίκας Νίνου στο «Στρατιωτικό
Θέατρο» και στο «Πανόραμα» της Θεσσαλονίκης, γνωρίστηκε με τον Στέλιο
Καζαντζίδη που την άκουσε να λέει και το δικό του «Πικρό ψωμί». Στάθηκε δίπλα
του ως το 1966, σεμνή αλλά και χαρακτηριστική παρουσία, η σημαντικότερη
«δεύτερη φωνή» σ' ένα θρυλικό λαϊκό ντουέτο που σφράγισε μιαν εποχή κρίσιμη και
μεταβατική. «Ρούφηξε»
τη ζωή και το τραγούδι θητεύοντας μαζί του στο πάλκο, δίπλα στον Παγιουμτζή,
τον Παπαϊωάννου, τον Ρουμελιώτη, τον Μητσάκη, τον Ζαμπέτα. Κέρδισε την εκτίμηση
του Τσιτσάνη, χάρηκε τη φιλία και τη συντροφιά του Μανώλη Χιώτη και της Μαίρης
Λίντα, απέσπασε τον θαυμασμό του Χατζιδάκι, έζησε στο «κοινόβιο» του Θεοδωράκη,
όργωσε την Ελλάδα και τη διασπορά σ' εποχές που κάθε «τουρνέ» ήταν μια μικρή
περιπέτεια, στριφογύρισε στα αυλάκια των δίσκων του τζουκ-μποξ συντροφεύοντας
καημούς και όνειρα! Με τον Καζαντζίδη τραγούδησαν
σε πρώτη εκτέλεση τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι («Το πέλαγο είναι βαθύ», «Κουρασμένο
παλικάρι» κ.ά.) και τον κύκλο «Πολιτεία» του Μίκη Θεοδωράκη στην ιστορική
συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το 1961.
Η Μαρινέλλα στην πορεία της δεν επαναπαύτηκε ούτε στιγμή στις δάφνες της. Ακούραστη επαγγελματίας, τολμηρή στις επιλογές της (ακόμη και όταν οι περιστάσεις υπολείπονταν του ταλέντου της), παραμένει μάχιμη, αδιαφιλονίκητη «Μεγάλη Κυρία», με την αγάπη του κοινού και τον σεβασμό των συναδέλφων!
Κι' όταν το 1966 άνοιξε τα δικά της
φτερά, διεκδικώντας την αυτόνομη παρουσία της στον χώρο, αναβαπτίστηκε στις
θεατρικές της καταβολές: από τη μαυροφορεμένη μοιρολογίστρα των
κινηματογραφικών μιούζικαλς στις τολμηρές, για τα μέτρα της εποχής, εμφανίσεις
με το κοντό μαλλί και τα παντελόνια. Έφερε πραγματική επανάσταση στη νυχτερινή
διασκέδαση, εισάγοντας στην πίστα τους θεατρικούς προβολείς, την υψηλή ραπτική,
την παράλληλη γλώσσα του κορμιού και των χεριών (πολύτιμη «προίκα» από τα
θεατρικά μπουλούκια και τις κλασικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου).
Σε
τραγούδια που αγαπήσαμε, που «σταλιά - σταλιά» πέρασαν στις μουσικές μας μνήμες
κι' εξακολουθούν να μας συνεπαίρνουν όταν ανατρέχουμε σ' αυτά, αντίδοτα στην
κακοφωνία της σύγχρονης Βαβέλ. Τραγούδια των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Χιώτη,
Ζαμπέτα, Κατσαρού, Πλέσσα, Άκη Πάνου, Λεοντή, Σπανού, Χατζηνάσιου κ.ά., ενώ
παράλληλα δεν ξεχνά ποτέ και πάντα περιλαμβάνει στο ρεπερτόριό της τα παλιά
λαϊκά και τα «ελαφρά» τραγούδια που της χάραξαν πορεία.
Η Μαρινέλλα διορθώνει
όσους σπεύδουν να τη φιλοδωρήσουν με την ξενική ετικέτα της «σόου - γούμαν»
λέγοντας ότι δεν είναι παρά μία τραγουδίστρια… «οπτικοακουστική»! «Μια καριέρα την κάνεις με ταλέντο και καρδιά» αποφαίνεται
σε μια συνέντευξή της, «αλλά αν αυτά δεν φιλτραριστούν από το μυαλό δεν κάνεις
τίποτε. Πρέπει να ξέρεις πότε θα κρατηθείς, πόσο και γιατί θα κρατηθείς, όπως
και γιατί θα ξοδευτείς!».
Μ' αυτό το ένστικτο λοιπόν, δεν δίστασε ν' αφήσει το
1976 τη λάμψη της πίστας για τη μουσική μυσταγωγία της Πλακιώτικης μπουάτ δίπλα
στον Κώστα Χατζή. Και το κοινό, με το δικό του ένστικτο, την ακολούθησε κι'
ανταποκρίθηκε εκτοξεύοντας το «Ρεσιτάλ» στις κορυφές της ελληνικής δισκογραφίας
με 500.000 δίσκους!
Η ανήσυχη φύση της, την οδήγησε το 1995 στο Ηρώδειο,
πρωταγωνίστρια στη μουσικοθεατρική παράσταση «Γυναικών Πάθη», μια σύνθεση με
χορικά από τραγωδίες του Ευριπίδη.
Το 1998 και 1999 επανήλθε μ' έναν κύκλο
μεγάλων συναυλιών στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και σ' επιλεγμένους
χώρους ανά την Ελλάδα. Αποκορύφωμα υπήρξε η εμφάνισή της στο Κλειστό Ολυμπιακό
Στάδιο (Οκτώβριος 1999), όπου 25.000 θεατές την αποθέωσαν σ' ένα πρόγραμμα με
επιλογές από τις κλασικές ερμηνείες που περιλαμβάνονται στους δίσκους «Η
Μαρινέλλα τραγουδά και θυμάται» και «Με βάρκα… το Τραγούδι», οι οποίοι σε μικρό
χρονικό διάστημα έγιναν πλατινένιοι.
Η είσοδος της νέας χιλιετίας τη βρήκε να
επανασυνδέεται με τις θεατρικές της καταβολές, αποσπώντας τον θαυμασμό του
κοινού και των κριτικών ως πρωταγωνίστρια στην τηλεοπτική μεταφορά από τον
Κώστα Κουτσομύτη του βιβλίου του Γιάννη Ξανθούλη «…Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες»,
με μουσική και τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη.
Στην πιο ώριμη στιγμή της, με μια φωνή κυριολεκτικά σαν το παλιό κρασί, την ατσάλινη τεχνική και την κατακτημένη πείρα, επιβεβαιώνει τη θέση και τον ρόλο της ως «κλασική» παρουσία στην ιστορία του Ελληνικού Τραγουδιού!
Η Μαρινέλλα στην πορεία της -από
τα λαϊκά πάλκα και τα τζουκ-μποξ στις νυχτερινές πίστες και στη δισκογραφική
πλατίνα, από τις κινηματογραφικές οθόνες στη μουσική σκηνή του «Ρεξ» κι' από
τις μπουάτ της Πλάκας στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο Μουσικής και στο Ολυμπιακό
Στάδιο- δεν επαναπαύτηκε ούτε στιγμή στις δάφνες της. Ακούραστη επαγγελματίας,
τολμηρή στις επιλογές της (ακόμη και όταν οι περιστάσεις υπολείπονταν του
ταλέντου της) παραμένει μάχιμη, αδιαφιλονίκητη «Μεγάλη Κυρία», με την αγάπη του
κοινού και τον σεβασμό των συναδέλφων.
Μέσα από την πολύμορφη και συνεχή θητεία
της στον χώρο, έχει το μοναδικό προνόμιο (που δεν διαθέτει άλλος ενεργός
τραγουδιστής) να διατρέχει και να γεφυρώνει τις περιόδους της ιστορίας του
ελληνικού τραγουδιού, πέρα από τους διαχωρισμούς του σε λαϊκό, έντεχνο, ελαφρό
και έντεχνο λαϊκό.
![]() |
Photo credit: Tassos Vrettos © 2022 |
Όλα αυτά αντανακλούν
στην αρχοντική συμπεριφορά, στα πληθωρικά συναισθήματα, στην ανεπιτήδευτη
έκφραση, στην αγάπη της για το ψάρεμα, στο πάθος της για τις αθλητικές
συναντήσεις, την επικοινωνία, την Ελλάδα, τη ζωή. Και μέτρο τους, παραμένει το
τραγούδι!
· Αναδημοσίευση κειμένου του μουσικολόγου Λάμπρου Λιάβα
από το έντυπο
πρόγραμμα της μουσικής παράστασης
«Μαρινέλλα & Γιώργος Νταλάρας: Μαζί» στο Μ.Μ.Α
τον Νοέμβριο του 2002, πριν από 20 χρόνια.
Ακολουθήστε μας:
·
FACEBOOK
·
YOUTUBE
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δεν επιτρέπονται νέα σχόλια.