31 Μαΐου 2014

Η γυναίκα πίσω από τον μύθο (Συνέντευξη)


Μαρινέλλα. Έτσι όπως την γνώρισα. Σε μία ώρα και σαράντα λεπτά.
Η γυναίκα πίσω από τον μύθο. Βούρκωσε δύο φορές.
Όταν αναφέρθηκε στη μητέρα της και στο μέλλον των εγγονιών της.
Και -ως Κυρία- υποστήριξε με σθένος τους άντρες της ζωής της!

Marinella in the Hotel Pentelikon, in Kifissia, Athens, Greece
| Photo credit: Tassos Vrettos © May 2014

Συνέντευξη της Μαρινέλλας
στον δημοσιογράφο Θανάση Φωτίου
για το περιοδικό «Όμικρον».

Κυκλοφορία: 31 Μαΐου 2014, Κύπρος.

Φωτογραφίες: Τάσος Βρεττός
ΕπιμέλειαΆννα Ζιαζιά


Ο Βασίλης, ο κομμωτής της, την περιεργάζεται από πάνω μέχρι κάτω καθώς είναι όρθια στο μέσο του δωματίου… «Η απλή κυρία Μαρινέλλα», της λέει με διάθεση πειράγματος. Φοράει ένα φαρδύ μπεζ παντελόνι, μια αεράτη καφέ μπλούζα, έχει τα μεγάλα γυαλιά ηλίου πάνω στα κοντοκουρεμένα ξανθιά μαλλιά της και στο λαιμό ένα πορτοκαλί φουλάρι… «Καλέ, ένα φουλάρι έβαλα μόνο. Θα συναντούσα τον κύριο, να μην είμαι ωραία, να γράψει δυο καλές κουβέντες;». «Είμαι σίγουρος πως είσαι έτσι ντυμένη απ' το πρωί», συνεχίζει αυτός και η Μαρινέλλα γελά δυνατά. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι της αρέσει το ωραίο, το προσεγμένο ντύσιμο. Πάντα της άρεσε, από τότε που ήταν μικρή και φορούσε τα στενά ξώπλατα φορέματα… Και αργότερα, που σηκώθηκε από τις καρέκλες του πάλκου και φόρεσε παντελόνια και ανοικτά πουκάμισα… Και τώρα, που την ακούω να λέει ότι για τις ανάγκες της φωτογράφησης, έφερε «καλού - κακού» μαζί της, «εκείνο το μαύρο φόρεμα, το βελούδινο, με τους ανοιχτούς ώμους, καταπληκτικό δεν είναι;»…

Marinella in the Hotel Pentelikon, in Athens, Greece
| Photo credit: Tassos Vrettos © May 2014
Περιέργως, είκοσι χρόνια σ' αυτή τη δουλειά, είναι η πρώτη φορά που τη συναντώ, δεν ξέρω γιατί. Δεν θέλησα; Το απέφυγα; Δεν έτυχε; Μια φορά πάντως, τώρα που ήρθε η ώρα, με διακατείχε άγχος -πράγμα σπάνιο. Πρώτη φορά έφτασα σε ραντεβού μια ώρα νωρίτερα. Ο λόγος; Μάλλον αυτός για τον οποίο δεν τη συνάντησα τόσα χρόνια. Πώς να χωρέσω κοτζάμ Μαρινέλλα σ' αυτό το μικρό κασετοφωνάκι που έχω μπροστά μου; Τι δεν ειπώθηκε; Τι δεν γράφτηκε; Πώς μπορεί ένας μύθος… «Ο ποιος; Το μύθος πού κολλά, αγόρι μου; Σ' εμένα; Πω, πω… Πολύ βαρύγδουπο, βρε παιδί μου. Όχι, ούτε μύθος είμαι, αγόρι μου, ούτε θρύλος. Σοβαρές κουβέντες είπαμε να πούμε. Αν ξεντυνόμασταν τώρα και μέναμε γυμνοί σ' αυτό το δωμάτιο, ποιος θρύλος, ποιος μύθος; Μου λες; Άσε που το δικό σου σώμα είναι καλύτερο από το δικό μου… Διαφορετικές δουλειές κάνουμε. Γνωστή χρόνια, ναι. Να μου πουν, μπράβο ρε 'συ Μαρινέλλα, ωραία φωνή έχεις, ναι. Αυτό μόνο. Φρικάρω, όμως, με τους τίτλους. Τα επιφωνήματα. Σχεδόν με προσβάλλουν. Όλοι ίσοι είμαστε σ' αυτή τη ζωή. Όλοι ίσοι! Και θες να σου δώσω και μια συμβουλή; Τους ανθρώπους έτσι να τους φαντάζεσαι, γυμνούς. Γυμνοί ούτε χρήματα έχουμε, ούτε δόξα, ούτε εξουσία…».

Όσο κι' αν σας φανεί παράξενο, η αρχή της κουβέντας μας δεν έχει να κάνει με το τραγούδι, αλλά με το ψάρεμα και τη θάλασσα! Της αρέσει πολύ το ψάρεμα, μου λέει, είναι μια απ’ τις ωραιότερες αναμνήσεις που έχει του πατέρα της -«τραγουδάγαμε και ψαρεύαμε», έτσι τον φέρνει στη μνήμη της. «Και ήταν πολύ καλός και στα δυο», σημειώνει. Και φροντίζει να μου τονίσει πως ήταν φίλη με τον πατέρα της, «πολύ φιλαράκι», μου λέει χαρακτηριστικά. Και η ίδια, λοιπόν, ψαρεύει ακόμα και σήμερα; «Φυσικά και ψαρεύω! Έχουμε εκεί μια βαρκούλα, μ' αρέσει να βγαίνω στ' ανοιχτά (μιμείται τον ήχο της μηχανής της βάρκας) έχουμε πολύ ωραία θάλασσα στη Χαλκιδική, το ωραιόοοτερο ψάρι… (Θεσσαλονικιά, βλέπετε κι' ας μένει χρόνια στην Αθήνα) …πολύ καλύτερο από της Κύπρου, άλλα νερά έχετε εσείς εκεί…».

Marinella in the Hotel Pentelikon, in Athens, Greece
| Photo credit: Tassos Vrettos © May 2014
Μιλάμε λίγο για τα παιδικά της χρόνια -«έχω μόνο ωραίες αναμνήσεις, αναρίθμητες ωραίες αναμνήσεις»- και την οικογένεια της. Μουσικούς δεν είχε το σόι της, μου λέει, καλοφωνάρηδες, όμως, πολλούς. Ο πατέρας της, τ' αδέρφια της… «η μητέρα μου όχι, η καημένη»… οι θείοι της, οι θείες της, μερικά ξαδέρφια της, ο γαμπρός της… Και τώρα, ο άντρας της κόρης της, ο πατέρας του, το σόι του είναι μουσικοί, παίζουν πιάνο… «Έτσι και μας δεις τις γιορτές… χαμός γίνεται…». Η ίδια, τραγουδούσε από τότε που θυμάται τον εαυτό της. «Πρώτα τραγούδησα και μετά είπα μαμά», λέει. Γι' αυτό και δεν φαντάστηκε ποτέ τη ζωή της χωρίς μουσική. «Ούτε με απασχόλησε ποτέ, ούτε αναρωτήθηκα πώς θα ήταν αλλιώς. Και να σου πω και κάτι; Νευρίαζα μικρή όταν με ρωτούσαν τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;. Έλεγα, μα καλά, τι δεν καταλαβαίνουν; Δεν βλέπουν τι θα γίνω;». Κι' όμως. Δεν είχε βγει κατευθείαν στο τραγούδι. Απ' το θέατρο ξεκίνησε. Για ηθοποιός πήγαινε στην αρχή. Από ένα «μπουλούκι» ηθοποιών που γυρνούσαν την Ελλάδα και ανέβαζαν παραστάσεις ξεπήδησε. «Εκεί με οδήγησε το ψώνιο μου αρχικά», λέει και γελά. Αλλά «ο Θεός με κατάλαβε και μου λέει, άντε φύγε από το ηθοποιιλίκι και τράβα να γίνεις τραγουδίστρια μπας και βγάλεις κανα φράγκο». Ένα βράδυ, λοιπόν, που αρρώστησε η τραγουδίστρια του θιάσου, ποιος ήξερε τα λόγια των τραγουδιών για να την αντικαταστήσει; Η Μαρινέλλα φυσικά. Που τότε δεν ήταν ακόμα Μαρινέλλα. Κυριακή Παπαδοπούλου ήταν. Εκείνο το βράδυ, στο ντεμπούτο της ως τραγουδίστρια, έτυχε να τη δει ο συνθέτης Τόλης Χαρμαντάς. Την επόμενη μέρα πήγε και την βρήκε. Της πρότεινε να συνεργαστούν κι' αυτή δέχτηκε. Και τη βάφτισε Μαρινέλλα. Από τον τίτλο ενός τραγουδιού που είχε γράψει εκείνη την εποχή. Έναν καρσιλαμά με εισαγωγή από κλαρίνο, οι στίχοι του οποίου μιλούσαν για μια μικρή και όμορφη τσιγγάνα. Και έτσι η Κυριακή Παπαδοπούλου, έγινε Μαρινέλλα. Και βρέθηκε στο φυσικό της χώρο.

Τη ρωτώ πώς θυμάται τη μητέρα της. «Πάντα να μαγειρεύει», μου απαντά… Περιμένω να μου πει περισσότερα, αλλά σιωπά… Σκύβει λίγο το κεφάλι… ένα αμυδρό χαμόγελο, νοσταλγικό, και ένας αναστεναγμός… «Εγώ, μικρή, ήμουν πειραχτήρι και καλαμπούρι μεγάλο», μου λέει… σιωπά πάλι… και πάλι αναστεναγμός… και… «άλλη ερώτηση, νεαρέ μου»… Την πειράζατε, τη ρωτώ; «Όλοι την πειράζαμε, κυρίως ο πατέρας μου την πείραζε για να γελάμε εμείς. Ναι, πολύ την πείραζε ο πατέρας μου, κι' αυτή, η καημένη, “αχ βρε παιδιά”, έλεγε…». Είναι χάρη σ' αυτές τις ωραίες αναμνήσεις, μου εξηγεί, που «τόσο εγώ όσο και η αδελφή μου, γιατί εμείς οι δυο μείναμε τώρα πια απ' τα τέσσερα αδέλφια, αναθρέψαμε τα παιδιά μας με καλό τρόπο, τους κάναμε έντιμους ανθρώπους. Σπανίζει στην εποχή μας. Γιατί πολύ λαμογιά κυκλοφορεί, αγόρι μου. Πολύ λαμογιά. Μη σώσεις, κόρη μου, να γίνεις τίποτα στη ζωή σου, μου έλεγαν οι γονείς μου, αρκεί να είσαι τίμια. Κι' εγώ προτιμούσα να μην έχω να φάω παρά να συμπεριφερθώ ανέντιμα. Έτσι, μεγαλώσαμε τα παιδιά μας καλά και τα παιδιά μας τώρα μεγαλώνουν καλά τα δικά τους παιδιά». Μεγάλη υπόθεση η οικογένεια για τη Μαρινέλλα. Μου λέει πως κάποτε στο σπίτι της χώρεσε δεκαέξι άτομα! «Η μισή οικογένεια έμενε εκεί… Ένα μικρό σπίτι και χωρέσαμε όλοι… στρωματσάδα, φαΐ και γέλιο… Νομίζεις ότι δεν περάσαμε δυσκολίες; Πολλές. Πείνα; Μεγάλη. Αλλά είχαμε τόση αγάπη μεταξύ μας και ήταν τόσο δίπλα ο ένας στον άλλο…».

Marinella in the Hotel Pentelikon, in Athens, Greece
| Photo credit: Tassos Vrettos © May 2014
Η κόρη της, είναι η πρώτη και η μεγαλύτερή της αγάπη. Στο διευκρινίζει ακόμα κι' όταν αναφερθείς στην άλλη της μεγάλη αγάπη, τα δύο της εγγόνια. Την αγαπά και την καμαρώνει πολύ την κόρη της. Κι' εκείνο που συνέχεια σπεύδει να διευκρινίσει είναι πως δεν την λένε Τζωρτζίνα, αλλά Τζωρτίνα. Βγαίνει από το Γεωργία και το Χριστίνα. Γιώργο λέγανε τον πατέρα της και Χρήστο έναν πολύ καλό της φίλο. Πρέπει να ήταν πράγματι πολύ καλός φίλος, της λέω, για να δώσετε το όνομα του στην κόρη σας. «Ναι, ήταν ένας πολύ καλός μου φίλος, μεγάλος σε ηλικία. Με προφύλαξε από κάπου και ήταν ο αγαπημένος μου». Έχει φίλους η Μαρινέλλα; «Έχω». Παλιούς; «Και παλιούς. Στη Θεσσαλονίκη για παράδειγμα έχω δυο - τρεις φίλες που θα βρω το χρόνο να πάω να τις δω. Έχω και πολλούς άντρες φίλους. Πάντα είχα. Παρέες, πέντε άντρες κι' εγώ. Και πηγαίναμε στα ουζάδικα…». Τον πατέρα της Τζωρτίνας, τον Φρέντυ Σερπιέρη, δεν τον παντρεύτηκε. Προτίμησε να μείνουν φίλοι. Αλλά μέχρι σήμερα έχουν πολύ καλές σχέσεις. «Για την ακρίβεια, ποτέ δεν είχα σκοπό να παντρευτώ, άσχετα αν έκανα δυο γάμους», λέει. Μετά τον Σερπιέρη, παντρεύτηκε τον Βοσκόπουλο. Οκτώ χρόνια γάμος. Πριν τον Σερπιέρη, ο Καζαντζίδης. Πολύχρονη σχέση, ένας γάμος που συζητήθηκε όσο λίγοι στην Ελλάδα.

Ο σερβιτόρος διακόπτει τη κουβέντα μας «…Τον ανάμικτο σε 'μένα. Και ο καφές σε 'μένα. Το πορτοκάλι στον κύριο, προσέχει, βλέπετε, τη σιλουέτα του, είναι πολύ παχουλός…». Σηκώνεται και πάει στο παράθυρο, πίσω μου. «Ενώ μιλάμε τόση ώρα, βλέπω έξω τα δέντρα, τα χρώματα των λουλουδιών, πόσες διαφορετικές αποχρώσεις πράσινου, κίτρινου, το πώς αλλάζουν ανάλογα με το φως του ήλιου που τρέχει. Τι ομορφιά έδωσε ο Θεός στη φύση…». Της λέω πως καμιά φορά, όταν σκέφτομαι το θάνατο, είναι βλέποντας ένα ωραίο τοπίο, ακούγοντας μια μελωδία… «…βλέποντας τη θάλασσα», μου συμπληρώνει με θαυμασμό στη φωνή της. «Τι όμορφη η θάλασσα, έχει τέτοιες εναλλαγές, παλικάρι μου… Ακόμα και το τσουνάμι, κρύβει ομορφιά», μου λέει. Ο θάνατος; «Ναι, ακόμα και ο θάνατος κρύβει ομορφιά. Και ξέρεις γιατί; Γιατί είναι μεγαλειώδης και αναπόφευκτος». Τον σκέφτεται; «Ναι. Αλλά όταν προετοιμάζεις τον εαυτό σου για κάτι, παύεις να το φοβάσαι. Όχι πως μ' αρέσει, μην τρελαθούμε, αλλά να, του λέω, εντάξει ρε κύριε, κάνε μια βόλτα και έρχεσαι αργότερα, έχουμε καιρό». Γελά.

Marinella in the Hotel Pentelikon, in Athens, Greece
| Backstage photo by Thanasis Photiou © May 2014
Μου εξηγεί ότι της αρέσει να καλαμπουρίζει, είναι εκ' φύσεως αισιόδοξο άτομο, έχει χιούμορ και γελά πολύ. «Μόνο το γέλιο θα μας σώσει», μου λέει. «Ακόμα και τώρα που οι μέρες μας είναι στενάχωρες» και ο τόνος της φωνής της σοβαρεύει. «Ανατράπηκαν οι ζωές του κόσμου. Ξέρεις πόσος κόσμος ζητιανεύει; Κατέβηκα μια μέρα να πετάξω τα σκουπίδια. Έπιασα έναν κύριο εξ' απροόπτου να ψάχνει στον κάλαθο. Μου κάνετε μια χάρη, μου λέει. Αντί να τα πετάτε μέσα, γίνεται να τα κρεμάτε εδώ δίπλα, σ' ένα σακουλάκι; Περιττό να σου πω ότι σπάνια πετάμε φαΐ από εκείνη τη μέρα. Κι' όταν πετάμε, τα κρεμάμε σ' ένα σακουλάκι. Έτσι μας καταντήσανε. Να μην έχει ο κόσμος φαΐ να φάει. Να μετράμε και το τελευταίο ευρώ… (ο τόνος της φωνής της γίνεται πιο έντονος, παραπονιάρικος, έχει πείσμα)… Όλη η ηρεμία μου και όλα τα χρόνια μου που έκανα κατάθεση, ποιος κερατάς και με ποιο δικαίωμα βιάζει έτσι τη ζωή μας, τη χώρα μας, την Ελλάδα μας… Και με βλέπεις συγκινημένη γιατί, εντάξει, εγώ έζησα τη ζωή μου, τι μέλλον όμως έχουν τα εγγόνια μου; Πώς μεγαλώνουν; Σε ρωτάω. Ξέρεις τι ανεργία υπάρχει; Και όσοι δουλεύουν, 3 μεροκάματα τη βδομάδα, 500 ευρώ μηνιάτικο. Πώς θα ζήσουν; Πότε θα παντρευτούν; Στα 60 τους; Είναι δυνατόν να γίνονται μετανάστες τα νέα παιδιά; Δεν θέλω να σου μαυρίσω την καρδιά, αγόρι μου, αλλά με πληγώνουν πολύ όλα αυτά. Γι' αυτό συγκινούμαι. Για το πού πάμε. Και τι θα απογίνουμε. Και κυρίως τι θα απογίνουν τα παιδιά των παιδιών μας… Αλλά ξέρεις τι λέω στα νέα παιδιά; Γελάτε γιατί χανόμαστε. Μόνο αυτό μας έμεινε».

Έχει ένα δικό της τρόπο να φιλοσοφεί τη ζωή η Μαρινέλλα. «Γιατί να μη θυμάμαι τις κακές στιγμές του παρελθόντος; Μαθήματα δεν είναι κι' αυτά; Πας, πίνεις έναν καφέ. Πικρός. Τον πίνεις αλλά ντρέπεσαι να το πεις στον άλλο. Την επόμενη φορά λες, θέλω πορτοκαλάδα. Δεν τον πίνεις ξανά. Έτσι είναι η ζωή, αγάπη μου. Αν δεν περάσεις, δεν μαθαίνεις ποτέ».

Backstage photo by Thanasis Photiou © May 2014
Επανέρχομαι εκεί που αφήσαμε την κουβέντα μας. Ο έρωτας έπαιξε πάντα θετικό ρόλο στη ζωή της ή ήταν ανασταλτικός, αναρωτιέμαι. «Άντε καλέ. Πάντα ο έρωτας είναι θετικός. Μόνο ο έρωτας σε πάει μπροστά. Άκου που σου λέω. Η αγάπη. Όλων των ειδών η αγάπη. Είναι το μόνο πράγμα που μένει στη ζωή. Και η αγάπη ποτέ δεν χάνεται. Και πάντα επιβιώνει». Και με τους άντρες της ζωής της είχε, άραγε, πάντοτε καλές σχέσεις μετά το χωρισμό. «Πάντα», μου απαντά κοφτά. «Χωρίσαμε με τον Καζαντζίδη και όταν αρρώστησε, ήμουν εκεί. Δεν μίλησε ποτέ άσχημα ο ένας για τον άλλο». Το λάθος, λέει, που κάνουν οι άνθρωποι όταν χωρίζουν, είναι αυτό. Που βρίζονται. Μιλούν άσχημα. «Να θυμάσαι πάντα τα καλά του. Τις καλές στιγμές. Έστω κι' αν ήταν τρεις και οι κακές εκατόν τρεις. Πέτα τις. Μην τα θυμάσαι και θα είσαι ευτυχισμένος. Και μετά θα τον βλέπεις και θα του λες “Πώς είσαι, αγάπη μου; Καλά είσαι; Τι; Παντρεύτηκες; Πόσο χαίρομαι”… Ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο και είναι ωραίο!». Εσείς το κάνατε, τη ρωτώ. «Λες να μην το έκανα. Με όλους τους ανθρώπους, με όλους τους φίλους μου, έτσι είμαι». Αναρωτιέμαι, της λέω, αν μετά απ' όσα γράφτηκαν για τη σχέση της με τον Καζαντζίδη, έμεινε κάτι που δεν ειπώθηκε. «Τι λες εσύ; Δεν θα έχει μείνει και κάτι; Είναι πράγματα που δεν θα πω ποτέ εγώ για τον Στέλιο. Ή για οποιονδήποτε έρωτα ή φίλο ή γκόμενο είχα. Τι νομίζεις; Με έναν, δυο, τρεις πέρασα; Είχα». Γελάμε. Μ' αρέσει ο τρόπος που μιλά, ακομπλεξάριστα και της το λέω. «Θα σου πω κάτι. Ο κόσμος, δεν θέλει ποτέ να μιλήσεις άσχημα για ένα είδωλο, για ένα μύθο, ένα θρύλο. Προπαντός αν έχει πεθάνει. Ούτε κιχ. Έχεις ακούσει τους επικήδειους; Τα λένε τόσο ωραία. Και ξέρουμε τι κουμάσι ήταν αυτός στην κάσα. Δεν μιλάς ποτέ, όμως. Γιατί; Όχι μόνο γιατί δεν σου πάει η καρδιά, αλλά γιατί δεν μπορεί να σου απαντήσει, να σηκωθεί και να σου πει, άντε μωρέ απ' εδώ που θα με κακολογήσεις. Οπόταν το βουλώνεις. Και λες, αιωνία του η μνήμη. Εγώ, λοιπόν, ποτέ. Και κανέναν. Εν ζωή ή μετά θάνατον. Και μιας και με ρώτησες για τον Καζαντζίδη, εξαιρετικός. Όχι μόνο ως τραγουδιστής. Αλλά και ως άνθρωπος!». Σίγουρα θα είχε και πράγματα που δεν της άρεσαν, σκέφτομαι. Δεν ήταν όλα ρόδινα, σωστά; «Μα δέκα χρόνια δεν θα είχαμε προστριβές; Όλοι έχουν. Εδώ αδέλφια τσακώνονται. Μάνα με παιδιά σκοτώνονται για 20 πόντους κτήμα. Τι με ρωτάς τώρα;». 

Θυμάμαι κάτι που είχε πει σε άλλη συνέντευξή της, για τη δουλειά, βέβαια, μιλούσε, «δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι μπορούσε κάποιος να μου κάνει κουμάντο. Ποτέ!», είχε πει. Τη ρωτώ αν αυτό ίσχυσε και στην προσωπική της ζωή. «Αυτή, αγαπητέ μου, είναι μεγάλη κουβέντα. Βασικά εγώ δεν ήθελα να μαλώνουμε. Και ποτέ δεν απαντούσα όταν ο άλλος θύμωνε και έβριζε. Μούγκα. Είτε είχα δίκιο, είτε άδικο. Έφευγα, πήγαινα στο μπάνιο. Άφηνα τη φουρτούνα να περάσει. Να ξεθυμάνει και το τελευταίο κύμα. Άμα ο άντρας ήταν έξυπνος, έλεγε αυτός «εντάξει, έχεις δίκιο» - δεν είχα. Ξεθυμαίναμε, όμως. Το χειρότερο είναι να λες λόγια που χαράζονται ανεξίτηλα. Άμα βρίσεις τον άλλο, πώς θα κάτσεις μετά μαζί του στο τραπέζι; Άμα πεις τη γυναίκα σου… ξέρεις, τώρα… πώς θα πας να κοιμηθείς μετά μαζί της; Στον καβγά, ας μιλά ο ένας. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο επίθεση. Είναι και άμυνα. Και κερδίζεται ο πόλεμος με άμυνα. Γι' αυτό είχα και έχω καλές σχέσεις με όλους τους άντρες της ζωής μου».

Αλλάζουμε κουβέντα. Στο Θεό, μου λέει, πιστεύει ακράδαντα. Και προσεύχεται πολύ. «Τι; Θες να σου πω τι λέω στις προσευχές μου; Πολύ κουφό αυτό που με ρωτάς, ρε αγόρι μου». Γελάμε. Της λέω ότι ρώτησαν κάποτε το ίδιο τη Φαϊρούζ, τη μεγάλη τραγουδίστρια του Λιβάνου. «Αν σου πω τι λέω στις προσευχές μου, θα πάψει να είναι προσευχή», απάντησε. Και πολύ σωστά απάντησε, μου λέει. «Προσεύχομαι χωρίς να φωνάζω. Μέσα τα λόγια. Αλλά θέλω να σου πω και κάτι ακόμα. Λένε πως η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Μπούρδα. Εμείς τη μετατρέπουμε έτσι για να φανατίζουμε τον κόσμο. Τον Θεό τον έχουμε μέσα μας. Μέσα μας έχει ο καθένας μια Εκκλησία. Και τον Θεό πρέπει να τον ευχαριστούμε, όχι μόνο γι' αυτά που μας δίνει, αλλά και γι' αυτά που δεν μας δίνει. Που δεν είναι τα υλικά αγαθά. Είναι τα κακά, οι αρρώστιες, οι θάνατοι…».

Αναρωτιέμαι γιατί δεν θέλησε ποτέ να κάνει διεθνή καριέρα. Τη ρωτώ αν αληθεύει ένα περιστατικό με τον Φρανκ Σινάτρα. Γελά, πού τα θυμήθηκες αυτά, λέει. Τον πήγανε έναν βράδυ να τη δει. «Δυο μήνες αν ερχόσουν Αμερική», της είπε, «θα γινόσουν μεγάλη φίρμα». Δεν ήθελε. «Παρόλο που και στο Παρίσι με καλέσανε… Άσε που κάποιοι δεν αφήνανε να ξεμυτίσει οποιοσδήποτε… Καλύτερα πρώτη στο χωριό, παρά δεύτερη στην πόλη. Εγώ, άλλωστε, είμαι ακόμα εδώ. Επιζώ. Και διάρκεια έχω και μπροστάρα είμαι». Και με το χρόνο; Ποια είναι η σχέση της; «Η καλύτερη. Τον έχω πάρει αγκαζέ και πάμε περίπατο μαζί. Τον κρατώ απ' το χέρι. Δίπλα - δίπλα. Ούτε πιο μπροστά αυτός, ούτε πιο μπροστά εγώ. Χέρι - χέρι. Μαζί». Και είστε πάντα η Μαρινέλλα, ρωτώ για το τέλος. «Τι εννοείς;». Με την Κυριακή Παπαδοπούλου, κάνετε παρέα; Αυτό αναρωτιέμαι. «Πάντα! Και πολύ καλή μάλιστα. Άκου, αγόρι μου, η Μαρινέλλα είναι ένας άνθρωπος που μεταχειρίζομαι για δυο - τρεις ώρες. Μετά, αλλιώς. Στο καμαρίνι, εδώ, στο σπίτι, αλλιώς. Αφού σου εξήγησα. Στη δουλειά μόνο διαφέρουμε».


Marinella gave an interview to Thanasis Photiou for the monthly Omikron Magazine Cyprus Published: May 31, 2014 Photos credit: Tassos Vrettos © 2014 Styling: Anna Ziazia | Source: OMIKRON Magazine

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου